Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Ο θεριστής. (1)

Βασιλεύω στο απόλυτο τίποτα του μυαλού σου.
Με ξέρεις κι ας μην με έχεις γνωρίσει ποτέ σου. Δεν μ'αγαπάς αλλά δεν μπορείς και να με μισήσεις.
Με χρειάζεσαι...

Η Σκάρλετ κατηφόρισε τα σκαλιά της εκκλησίας κοιτώντας αριστερά και δεξιά ανήσυχη. Ο φόβος είχε φωλιάσει μέσα της χειρότερα από κάθε άλλη φορά. Μέσα από το πανωφόρι της είχε κρυμμένη μία μαύρη Βίβλο που μόλις είχε κλέψει.
Τελικά, δεν ήταν όσο δύσκολο είχε φανταστεί πως θα είναι. Είχε μπει στην εκκλησία από την μπροστινή πόρτα όπως πάντα και με αργό βήμα που άρμοζε σε ένα νεαρό κορίτσι της ηλικίας της έκατσε στο πρώτο στασίδι γονατιστή μιμούμενη εκείνους που προσεύχονταν. Έκατσε έτσι ώρα πολλή χωρίς να σηκώνει τα μάτια της από το μαρμάρινο δάπεδο. Δεν χρειαζότανε να κοιτάξει για να ξέρει που θα έπρεπε να πάει μετά.
Σύντομα, ο τελευταίος πιστός αποχώρισε με δάκρυα μετάνοιας στα μάτια και μόλις η βαριά πόρτα έκλεισε πίσω του, σηκώθηκε.
Ανέβηκε αποφασιστικά στο ιερό και πέρασε την απαγορευμένη πύλη.Έστριψε δεξιά και άνοιξε τη πόρτα. Μπροστά της ένα μικρό δωματιάκι που χρεισημοποιούσε ο ιερέας για γραφείο. Λευκοί τοίχοι και ένας τεράστιος Εσταυρωμένος πάνω από το γραφείο του παπά. Δεν την απασχολούσε όμως τίποτα από αυτά. Το μόνο που την απασχολούσε ήταν η βιβλιοθήκη και συγκεκριμένα ένα βιβλίο που κατοικούσε σε αυτήν. Αλλά όχι για πολύ... όχι.
Έτσι, άρπαξε τη μαύρη Βίβλο και έφυγε από εκεί γρήγορα και αποφασιστικά.

Μόνη, στην ασφάλεια του δωματίου της, με λίγα κεριά αναμμένα έκατσε στο πάτωμα και άνοιξε τη Βίβλο. Με τρεμάμενα χέρια γυρνούσε τις σελίδες και ένα απόκοσμο μούδιασμα την κυρίευε στο τέλος κάθε πρότασης. Ο προορισμός της ήταν γραμμένος σε αυτό το βιβλίο. Το σημάδι λίγο πάνω από το μέρος της καρδιάς τα είχε πει όλα από τη στιγμή της γέννησης της.
Το σήμα εκείνου...

Η Σκάρλετ χαμογέλασε στην ανάμνηση του πραγματικού της πατέρα. Ενός πατέρα που άλλοτε θύμιζε άνθρωπο και άλλοτε ένα τέρας βγαλμένο από τους πιο σκοτεινούς φόβους της ανθρωπότητας. Ενός πατέρα τυλιγμένου στην φωτιά και το μίσος. Το μίσος την είχε γεννήσει και την είχε στείλει σε τούτο το θνητό κορμί. Να ξυπνά και να κοιμάται όπως κάθε άλλος άνθρωπος.

Μα η Σκάρλετ δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν ο βασανιστής τους.
Η Σκάρλετ είχε έρθει για αίμα. Και θα το έπαιρνε.
Η Σκάρλετ ήταν ο θεριστής.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Κάμερα!

Σιωπή...
ΦΛΑΣ.
Κρατώ στα χέρια μου ένα κομμάτι γυαλί.
Σε κοιτάζω.
ΦΛΑΣ.
Κάτω από το καυτό νερό του μπάνιου παγώνω. Κρυώνω,τρέμω.
Βγαίνω από το μπάνιο και τρέμω ακόμη.
ΦΛΑΣ.
Ξαπλώνω στα σκοτεινά. Με μια κίνηση ανάβω τη λάμπα δίπλα μου. Ακίνητη, παρατηρώ τα σωματίδια της σκόνης να στροβιλίζονται μπροστά στα μάτια μου. Μόρια σκόνης και ποιος ξέρει τι άλλου; Ίσως της ίδιας μου της ψυχής. Απλώνω το χέρι μου νωχελικά... προσπαθώ να αιχμαλωτίσω τις ''νιφάδες'' μα δεν μπορώ. Λέω, θα'ναι η ψυχή μου τελικά καθώς εκείνη είναι που ποτέ δεν μπορώ να πιάσω στο τέλος.
ΦΛΑΣ.
Βρέχει καταρρακτωδώς. Μουσκεύομαι και δεν με πειράζει. Γυρίζω να σε ψάξω και βλέπω το μοναδικό πράγμα που δεν περίμενα. Δεν υπάρχει κόσμος πουθενά τριγύρω. Ούτε εσύ. 
ΦΛΑΣ.
Προσπαθώ να κοιμηθώ χωρίς να τα καταφέρνω. Στήνω σκηνικά με το μυαλό μου και τοποθετώ μέσα εμένα και εσένα. Μ'αρέσει να το κάνω αυτό ακόμη κι αν είσαι ακριβώς δίπλα μου. Εκεί, είμαι πάντοτε πιο θαρραλέα. 
ΦΛΑΣ.
Σε κοιτάζω. Είσαι πίσω από έναν καθρέφτη και δεν μπορώ να σε ακούσω. Κοιτάζω τα χέρια μου και βλέπω πως κρατώ κάτι. Τελικά, δεν είναι ένα κομμάτι από οποιοδήποτε γυαλί. Είναι ένα κομμάτι από τον καθρέφτη,έτσι θέλω να πιστεύω. Γιατί κοιτάζω και δεν βρίσκω πουθενά κανένα ράγισμα, κανένα κενό. Βουρκώνω.
ΦΛΑΣ.
Κόκκινο.
Το κόκκινο είναι το μόνο που βλέπω. Θεωρώ πως το κόκκινο είναι καλό. Πως βλέπω μονάχα πάθος. Μονάχα έρωτα. Ή ίσως είναι ένας τρόπος να προβάλει το μυαλό μου το μίσος ή την απεριόριστη ζήλια μου.
Λάθος.
Λάθος.
Λάθος.
Λάθος.
ΦΛΑΣ.
Το κόκκινο είναι το μόνο που βλέπω. Αίμα παντού. Είναι δικό μου; Κοιτάζω το κορμί μου όμως δεν έχω πουθενά τραύμα. Ή έστω, κάποιο τραύμα που να φαίνεται. Τρομάζω. Από που ήρθε τόσο αίμα;
ΦΛΑΣ.
Τρώμε σε ένα τραπέζι που δεν είναι δικό μας, σε πιάτα που δεν αγοράσαμε εμείς. Δεν πειράζει γιατί τρώμε ΜΑΖΊ. Χαμογελάω.
ΦΛΑΣ.
Έχω κάνει λάθος. Πρέπει να αρχίσω να αποδέχομαι πως κάνω κι εγώ, συχνά πολλά λάθη. Είμαι μόνη μου στο τραπέζι. 
ΦΛΑΣ.
Στα μάτια σου.
ΦΛΑΣ.
Στα χείλη σου.
ΦΛΑΣ.
Στο χαμόγελο σου.
ΦΛΑΣ ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
Προσπαθώ να σου μιλήσω.
ΦΛΑΣ.
Προσπαθείς και εσύ.
ΦΛΑΣ.
Δεν σ'ακούω.
ΦΛΑΣ.
Ο καθρέφτης εμποδίζει.
ΦΛΑΣ.
Απλώνω το χέρι μου.
ΦΛΑΣ.
Πρέπει έστω να σε αγγίξω.
ΦΛΑΣ.
Πέφτω πάνω στο γυαλί.
ΦΛΑΣ.
Τελικά είμαι εγώ μέσα από τον καθρέφτη.
ΦΛΑΣ-ΦΛΑΣ-ΦΛΑΣ-ΦΛΑΣ.
Τρελαίνομαι.  

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

''Εν αρχή ήν η αγάπη''

 Αρνούμαι πεισματικά να δεχτώ πως για να αγαπάς κάποιον, η αγάπη σου πρέπει να σου ανταποδίδεται κιόλας. Αρνούμαι, πεισματικά για άλλη μια φορά, να δεχτώ πως η αγάπη έχει ''όρους'' και ''κανόνες''.
 Αγαπώ πολύ εκείνους που επέλεξα να αγαπώ. (Τώρα, αν πράγματι τους επέλεξα εγώ, εκείνοι, ή η ίδια η μοίρα, είναι μια άλλη, πολύ διαφορετική ιστορία!!)
 Δεν περιμένω από κανέναν να με αγαπήσει. Δεν το απαιτώ αν και συχνά το ευχήθηκα για ορισμένους ανθρώπους, που δεν με αγάπησαν ή που νόμισα πως με αγάπησαν και είχα άδικο.
 Μ' αρέσει να'μαι έτσι. Να αγαπώ δίχως να χρειάζεται να ορίζω την αγάπη μου. Γίνομαι κανάλι για την μεγάλη αυτή δύναμη και την αφήνω να με διαπερνά, να με συγκλονίζει και να με δονεί καθημερινά, όλες τις ώρες, όλες τις εποχές.
 Η αγάπη είναι ίδια και απαράλλαχτη. Ίδια για τους γονείς μου, ίδια για τους φίλους μου, ίδια για τα αδέρφια μου, ίδια για τους έρωτες μου, ίδια για τους ανθρώπους που κάποτε με άφηναν να τους αγαπώ στο φως και τώρα, μονάχα τους αγαπώ στα σκοτάδια. Στα εσωτερικά μου σκοτάδια.
 Άλλο θεματάκι κι αυτό...
 Η αγάπη για μένα δεν έχει χρώμα. Δεν έχει σχήμα. Δεν ορίζεται.
 Το Μίσος λένε είναι κίτρινο. Δεν ξέρω... αδυνατώ να το νιώσω μάλλον.
 Η Ζήλια λένε, είναι πράσινη. Δεν ξέρω... ίσως να μην έχω ζηλέψει αρκετά ακόμη στη ζωή μου.
 Η αγάπη... την ένιωσα. Τη γνώρισα. Δεν μπορώ να τη καθορίσω. Κάθε φορά που με ρωτούν την περιγράφω και διαφορετικά. Από την άλλη,μπορεί και όχι! Μπορεί να λέω το ίδιο πράγμα κάθε φορά και να το εκφράζω με διαφορετικές λέξεις.
 Οι λέξεις τώρα, είναι που μπερδεύουν την αγάπη. Θέτουν περίεργα πεδία γύρω από ένα συναίσθημα που δεν μπορεί να περιοριστεί επιδενί λόγο. Προϋποθέσεις, όρους, προβλήματα. Δεν σου επιτρέπουν να νιώσεις την αγάπη στο μεγαλείο της.
 Καταλήγω, πως την αγάπη την νιώθεις καλύτερα στη σιωπή. Σε 'μένα πάντως, αυτό ισχύει.
 Στην σιωπή, μέσα στο σκοτάδι, την ένιωσα για ανθρώπους που χάθηκαν από τη ζωή, και που όταν τους είχα κοντά μου, δεν μπορούσα να καταλάβω το μεγαλείο της.
 Στη σιωπή, νύχτες με τα αδέρφια μου, καθώς βλέπαμε μια ταινία στα σκοτεινά και οι ανάσες μας συντονίζονταν.
 Στη σιωπή, με την (ας χρησιμοποιήσω μια πολύ κοινότυπη λέξη!) κολλητή μου, ξαπλωμένες στο δωμάτιο της λίγο πριν φέξει.
 Στη σιωπή, αγκαλιασμένη γερά με τον άγγελο μου όταν το μόνο που μπορώ να δω είναι ότι μου δείχνει το μυαλό μου, καθώς έχω σφαλιστά τα βλέφαρα.
 Όλες αυτές οι στιγμές, διακόπηκαν από το σπάσιμο της σιωπής. Από την κορύφωση της αγάπης.
 Κλάμα και σπαραγμός για τους ανθρώπους εκείνους που δεν είναι πλέον κοντά μου.
 Ακράτητα γέλια με τα αδέρφια μου για τον πιο ασήμαντο λόγο.
 Μια γλυκιά κουβέντα από το στόμα ενός ανθρώπου που κρατάει τα γλυκά λόγια, μονάχα για ορισμένες περιπτώσεις και ένα ''Συγγνώμη για...'' ειπωμένο ψιθυριστά.
 Ένα ''Καληνύχτα'' ειπωμένο με τόση ειλικρίνεια.
 Την αγάπη την νιώθεις καλύτερα στην σιωπή.
 Την εκφράζεις καλύτερα όμως με την επικοινωνία.

 ''Εν αρχή ήν η αγάπη''

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Χιονίζει εκεί;

'' Εχθές χιόνισε. Όχι πολύ. Μονάχα λίγο. Ξύπνησα αργά και δεν πρόλαβα καλά καλά ούτε να το δω.
Κατάλαβα πάλι πόσο μου λείπεις. Να με ξυπνάς το πρωί μαζί με την Κ., να κάνετε και οι δύο σαν παιδιά, να με σηκώνεις από το κρεβάτι, να ανοίγεις τα παντζούρια και να λες -Πριγκίπισσα, έλα να δεις που χιόνισε.- Και να κολλάμε όλοι μαζί στο τζάμι.
Έπειτα να τρώμε πρωινό, να ντυνόμαστε ζεστά και να μας πηγαίνεις βόλτα. Και επειδή στην πόλη μας το χιόνι ποτέ δεν είναι αρκετό να μας βάζεις στο αμάξι και να μας πηγαίνεις εκεί όπου μπορούμε να φτιάξουμε χιονάνθρωπους. Και όταν γυρνούσαμε, εσύ να βγαίνεις με την Κ. τις βόλτες σας.
Τότε δεν καταλάβαινα. Σήμερα όμως, καταλαβαίνω. Και σας χαίρομαι πολύ,  να το ξέρεις.
Χιονίζει εκεί; Βλέπεις χιόνι; Το αγγίζεις;
Δεν έχω άλλα να πω... Μονάχα πως μου λείπεις τόσο, όσο δεν μπορώ να το εκφράσω καν. Μου λείπει η φωνή σου, και το άρωμα σου, οι λέξεις -πριγκίπισσα, τζιέρι, Ρινούλα-. Μου λείπουν από το δικό σου το στόμα. Και μου λείπει το άγγιγμα σου, και οι εκδρομές που με πήγαινες.
Μου λείπει η παρουσία σου, και η επιβλητικότητα σου, και η απεριόριστη καλοσύνη σου, και το περίεργο χιούμορ σου, και θα 'θελα πολύ να να ήσουν σήμερα εδώ και κάθε μέρα.
Για να βγαίναμε μαζί, και να πίναμε το ουζάκι μας μαζί, παρέα. Να μπορούσα να σου μιλάω και να μπορούσα να σε ακούω.
Μου λείπει να με ξυπνάς για το πρωινό.
Μου λείπει να μου ζητάς να σου φτιάξω καφέ.
Μου λείπει να σε βλέπω καθισμένο στην πολυθρόνα σου να καπνίζεις και να μιλάς με την Κ.
Ευχαριστώ, που ποτέ δεν αρνήθηκες τη παρέα μου και πάντα την αποζητούσες. Ευχαριστώ, γιατί ήσουν καλός, και γλυκός και μ'αγάπησες. Ευχαριστώ που με είχες σαν πριγκίπισσα.
Ευχαριστώ και λυπάμαι που δεν είσαι εδώ. Γιατί έχω πολλά να σου δείξω, πολλά για τα οποία θα ήσουν περήφανος, πολλά για τα οποία θα σε έκανα ευτυχισμένο.
Δεν σε ξεχνώ.
Δεν ξεχνώ τον χιονάνθρωπο στο αυτοκίνητο, ούτε τη φορά που μάζεψες χιόνι και με ξύπνησες πετώντας μου τη μπάλα στο πρόσωπο. Δεν ξεχνώ το πόσο γέλασες με την έκπληξη που είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο μου, ούτε ξεχνώ τη φορά που παίζαμε χιονοπόλεμο και είχα ξεχάσει να πάρω γάντια. Εσύ μου 'χες δώσει τα δικά σου και μου πέφτανε μεγάλα και γελούσαμε.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω.
Σ'αγαπάω.

                                                                                                                                Το κοριτσάκι σου.''
 ''' Ήρθα να σου φέρω λουλούδια, πατέρα,
και α σ'ανάψω ένα παράπονο''
Κώστας Λουκάκης

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Ο άγνωστος Χ.

 Εκείνη μπαίνει στο μαγαζί με έναν αέρα διαφορετικό από τις άλλες γυναίκες. Εκείνες είτε μπαίνουν ντροπαλές είτε με τον αέρα'' εγώ θα πάρω απόψε όλο το μαγαζί''. Εκείνη όχι. Η Έλη μπαίνει μέσα στο μαγαζί γνωρίζοντας πως ο Χ. θα είναι εκεί. Το βλέμμα της δεν ξεφεύγει στιγμή από την στράτα του. Ξέρει καλά, πως δεν χρειάζεται να τον δει για να ξέρει που βρίσκεται. Η δυνατή του αύρα ακτινοβολεί πάντοτε και μπλέκεται διαβολικά με την δική της.
 Το'χει αυτό η Έλη. Με τις αύρες τα πάει καλά. Βλέπει χρώματα και σχέδια που δεν μπορεί να δει ο καθένας. Βλέπει γιατί κάποιος που μοιάζει στον Χ. της έδειξε πριν πάρα πολύ καιρό πως να κοιτάει πραγματικά. Στρίβει λίγο το κορμί της αριστερά για να περάσει ανάμεσα από τον κόσμο και οι αύρες τους την ακουμπούν. Ή έστω, προσπαθούν γιατί εκείνη δεν το επιτρέπει.
 Φτάνει στο τραπέζι που κάθεται η παρέα της. Αφήνει το μπουφάν και την τσάντα της αφού έχει φωνάξει ένα χαρούμενο ''Γεια'' σε όλους τους. Κάθεται και ανάβει το πρώτο τσιγάρο της βραδιάς. Ο Χ. κάθεται μερικά τραπέζια πιο πέρα. Γνωρίζει και εκείνος καλά πως η Έλη έχει έρθει. Ο σερβιτόρος έρχεται, παίρνει την παραγγελία, φέρνει το ποτό, φεύγει. Η συζήτηση στο τραπέζι της Έλη είναι δυνατή γεμάτη γέλια όπως συνήθως. Εκείνη είναι αφηρημένη αλλά προσπαθεί να μην το δείχνει. Εκείνος δεν βλέπει αύρες γνωρίζει όμως καλά πως εκείνη μπορεί. Του το έχει εκμηστηρευθεί πριν πολύ καιρό. Τότε που οι συζητήσεις τους ήτανε ανώδυνες. Γελάει μαζί με τους υπόλοιπους, πίνει το ποτό της και καπνίζει, μιλάει. Κάνει ότι περνάει από το χέρι της για να φαίνεται φυσιολογική.
 Η βραδιά περνάει σιγά σιγά. Η Έλη ξέρει πως εκείνος την κοιτάει συχνά. Δεν βρίσκει κουράγιο όμως να τον κοιτάξει. Ή έτσι νομίζει γιατί την επόμενη στιγμή, η σκιά του ορθώνεται από πάνω της. Και η Έλη τα χάνει.
 Εκείνος δεν την πλησιάζει πρώτος ποτέ. Η περηφάνια του δεν του το επιτρέπει. Ο Χ., δίχως να πει την παραμικρή κουβέντα την αρπάζει από το χέρι και την σηκώνει. Την τραβά προς τα εκεί όπου όλοι χορεύουν, αλλά στην πιο σκοτεινή γωνία. Δεν ντρέπεται για αυτήν. Για τον εαυτό του ντρέπεται που δείχνει αδυναμία σε κάποιον άλλο πέρα από το τεράστιο εγώ του. Χορεύουν. Η Έλη μεθυσμένη, σαν μαριονέτα αφήνεται να την κάνει εκείνος ότι θέλει. Η αύρα του, πιο δυνατή από οτιδήποτε έχει γνωρίσει ποτέ της, μπλέχτηκε με την δικιά της, με το που την πλησίασε. Για εκείνον δεν έχει βρει ακόμη τους κατάλληλους φραγμούς και έτσι αφήνεται να την παρασύρει. Εκείνος χαμογελάει, την κοιτάει στα μάτια και εκείνη ανταποδίδει. Ξέρει, πως τούτη η στιγμή μπορεί να είναι και η τελευταία που έχουν μαζί. Μπορεί ο Χ. να βρήκε το θάρρος μια φορά, αλλά δεν θα το βρει πάλι. Το εγώ του είναι μεγάλο. Η Έλη το βλέπει πάντα να καθρεφτίζεται στην αύρα του. Κάτι σαν ξένο σώμα που δεν τον αφήνει να ανασάνει κι ας το έχει φέρει ο ίδιος εκεί. Όσο την κρατάει κοντά του και λικνίζονται μαζί, το ξένο σώμα είναι θαμπό. Η Έλη του χαμογελά. Νιώθει σαν το κερί στα χέρια του Χ. Έτοιμη να δεχθεί κάθε αποτυπώματα του αφού πρώτα την λιώσει όσο χρειάζεται για να αφήσει το στίγμα του.
 Πόσα τραγούδια έχουν χορέψει εκείνη δεν γνωρίζει. Αδυνατεί να καταλάβει το οτιδήποτε γύρω της. Ούτε την μουσική δεν ακούει. Ακολουθεί μονάχα τις δικές του κινήσεις. Θα μπορούσε κάλλιστα να κάνει ανοησίες μόνο και μόνο για να την ντροπιάσει.
 Η Έλη, τον κρατά κοντά της. Γιατί εκεί τον θέλει, κοντά της. Είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να σκεφτεί πέρα από τον ίδιο. Της χαμογελά, και την κολλάει επάνω στο κορμί του. Η αύρα του αλλάζει αμέσως. Γίνεται πιο φωτεινή, πιο μεγάλη. Σκύβει στο λαιμό της και της εναποθέτει ένα φιλί.
 Η Έλη, ακόμη μαριονέτα στα χέρια ενός όχι και τόσο έμπιστου μαριονοπαίχτη, γίνεται σκλάβα του. Η αύρα του φουντώνει. Μόνο έτσι μπορεί να το περιγράψει. Το χρώμα της είναι πορφυρό κόκκινο και ξαφνικά πιάνει πάρα πολύ χώρο. Ο κόσμος, ενοχλημένος από κάτι που δεν βλέπει και δεν καταλαβαίνει, εγκαταλείπει σιγά σιγά την πίστα. Ο μουσικός, βάζει ένα κομμάτι ερωτικό και αργό για το ζευγάρι που έμεινε τελευταίο. Εκείνος την σφίγγει και αρχίζει να την χορεύει. Η Έλη μεθά από το άρωμα του.
 Όλη αυτήν την ώρα, δεν έχει καταλάβει το ξένο σώμα στην αύρα του. Έχει γίνει πολύ σκούρο και μεγάλο. Σιγά σιγά μετακινείται προς την δική της αύρα. Βρίσκει διόδους και κανάλια επειδή οι αύρες τους έχουν μπλεχτεί τόσο πολύ. Ο Χ. δεν καταλαβαίνει επίσης. Ο εγωισμός του σιγά σιγά φουντώνει και εκείνος, χαρούμενος που για πρώτη φορά τόλμησε το ακατόρθωτο δεν συνηδητοποιεί τι υποβόσκει μέσα του. Συνεχίζουν τον χορό τους και ξαφνικά
η Έλη το νιώθει...
Το ξένο σώμα έχει εισβάλει στην ίδια. Η αύρα της μικραίνει όλο και πιο πολύ ενώ η δικιά του θεριεύει. Πονάει...τρομάζει...ασφυκτιά...
Προσπαθεί να τραβηχτεί μακριά του, να βρει λίγο φως στο σκοτάδι. Εκείνος την αρπάζει από τον καρπό. Κουνάει τα χείλη του αλλά η Έλη δεν μπορεί να ακούσει. Δάκρυα αυλακώνουν τα μάτια της. Το άγγιγμα του την καίει. Ο Χ. δεν καταλαβαίνει τίποτα από όλα αυτά. Την κρατάει σφιχτά από τον καρπό και της φωνάζει.
''Τι έπαθες τώρα; Που πας; Κάτσε, που πας;''
Η αύρα της χάνεται, το μαύρο ξένο σώμα την πνίγει οριστικά. Η Έλη, γλιστράει προς τα κάτω. Εκείνος σκύβει από πάνω της και την κρατά στην αγκαλιά του. Ουρλιάζει για βοήθεια. Ματώνει τα πνευμόνια του. Η Έλη όμως
παίρνει μια τελευταία ανάσα, σηκώνει το χέρι της και χαϊδεύει τα μαύρα μαλλιά. Ακουμπά τα τόσο ποθητά του χείλη και ψιθυρίζει...
''Μ'αγαπούσες. Αλλά δεν ήταν αρκετή η αγάπη σου ώστε να ξεπεράσεις το εγώ σου...''

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Η τρέλα και η λήθη!

 Διαβάζω ένα βιβλίο. Έχω διαβάσει πολλά, πάρα πολλά μάλλον για το διάστημα στο οποίο βρίσκομαι σε τούτη τη γη αν και σίγουρα, υπάρχουν άλλοι που έχουν διαβάσει ακόμη πιο πολλά.
 Σε αυτό το βιβλίο υπάρχουν διηγήματα και ένα από αυτά, με καλεί επίμονα να σταματήσω και να σκεφτώ το τι γράφει.
 Τι είναι καλύτερο λοιπόν; Η τρέλα ή η λήθη;
 Το να ξεχνάς τον άνθρωπο σου ή να τρελαίνεσαι προσδοκώντας την επιστροφή του αφήνοντας την να σε παρασύρει πέρα από τα όρια της λογικής;
 Ποιος άνθρωπος χρίζει μεγαλύτερου σεβασμού; Ο λογικός ή ο τρελός;
 Εκείνος που ξέχασε; Που αφέθηκε να ξεχάσει και συμβιβάστηκε με την απουσία; Πως μπορούμε να ονομάζουμε λογικό εκείνον τον άνθρωπο που επέτρεψε στον εαυτό του να ξεχάσει;
 Θα μου πεις... μπορεί να το έκανε για να γιατρέψει τις πληγές του. Για να προχωρήσει μπροστά στη ζωή του. Έπρεπε δηλαδή να περιμένει πάντα εκείνον τον ένα άνθρωπο;
 Και θα απαντήσω...
 Αν δεν περιμένεις τον ΈΝΑ άνθρωπο, πως μπορείς να λες πως αγαπάς; Πως είσαι ερωτευμένος όταν μπόρεσες να ξεχάσεις εκείνον που μόνος σου ονόμασες, μεγάλο έρωτα; Πως είναι δυνατόν να ξεχνάει η καρδιά και το μυαλό να θάβει εικόνες,αναμνήσεις,μυρωδιές στα πιο σκοτεινά και μουχλιασμένα συρτάρια του; Πως σταματάς να αγαπάς με όλο σου το είναι τον ένα άνθρωπο; Εκείνον, που σε έκανε καλύτερο; Εκείνον για τον οποίο έκλαψες τόσα πικρά και αρρώστησες μετά τον αποχωρισμό;
 Και η τρέλα; Σαφώς, δεν ακούγεται υγιές επιλογή. Δεν είναι η εύκολη επιλογή. Δεν είναι η συνηθισμένη επιλογή. Δεν είναι η πρώτη σκέψη κάποιου που πονάει από έρωτα. Δεν είναι αυτό που θα επικροτήσει η κοινωνία μας. Δεν είναι εκείνο που σου έμαθαν να επιλέγεις.
 Για αυτό η τρέλα είναι η μόνη οδός. Η μόνη λύση....
 Γιατί δεν σου την γνώρισε κανείς. Πορεύθηκες μόνος στον έρωτα σου και μόνος θα πορευθείς στην τρέλα σου. Δεν υπάρχουν βιβλία με οδηγίες για την τρέλα. Για το άσβεστο πάθος. Δεν υπάρχει τρόπος. Για αυτό είναι η μόνη επιλογή. Η τρέλα. Η άσβεστη, καθαρή τρέλα! Η τρέλα που σε κάνει ευτυχισμένο αλλά θα σε πικράνει κι όλας και θα φέρει το χαμόγελο στα χείλη αλλά και τα δάκρυα στα μάτια.
 Την τρέλα θα πρέπει μονάχος να την εξερευνήσεις. Να μάθεις την ευθείες και τις στροφές της. Να μάθεις τα χούγια και τα γούστα της. Και η τρέλα θα είναι όλη δική σου. Πάντα. Εκείνη ποτέ δεν θα σε εκθέσει σε μάτια τρίτων. Εκείνη ποτέ δεν θα σε αφήσει για κάποιον άλλο. Η τρέλα, σε ποθεί μονάχα για την ίδια. Για αυτό σε καλοδέχεται συνεχώς στην αγκαλιά της. Για αυτό σε κρυφοκοιτάζει πίσω από τα παραθυρόφυλλα και τις γρίλιες. Για αυτό ξέρει κάθε σου ανάσα. Η τρέλα είναι δική σου.
 Και είναι προτιμότερη από την λήθη.
 Την λήθη την εύκολη.
 Τίποτε πιο εύκολο από το να ξεχνάς. Τίποτε πιο απλό και ανώδυνο.
 Τίποτε πιο νεκρό και στάσιμο.
 Στον τρελό, ειδικά σε εκείνον που είναι τρελός από έρωτα, χρωστούμε όλοι ένα τεράστιο μπράβο και μια υπόκλιση.
 Σε εκείνον που διάλεξε να ξεχάσει πάλι... δεν μπορώ να πω τι του πρέπει. Για 'μενα τέτοιοι άνθρωποι είναι λίγοι. Και το λίγο δεν είναι του στυλ μου. Κάλλιο η τρέλα μου να περάσει απόψε και κάθε βράδυ την πόρτα μου και να μου κρατά συντροφιά στο φως και στο σκοτάδι  μου παρά εκείνο το απύθμενο κρύο και το σκοτάδι.
 Κάλιο να σε θυμάμαι, ζωντανό εδώ δίπλα μου, να πίνεις τον καφέ σου όπως τον γούσταρες και να μουρμουράς έναν σκοπό παρά να ξεχάσω το άρωμα της κολόνιας σου. Και ας μη σε ερωτεύτηκα κι ας σε αγάπησα μόνο. Κάλιο να θυμάμαι παρά να ξεχνώ.
 Και να σου πω κάτι; Και οι δυο, δικές μου είναι. Στο δικό μου φτωχόσπιτο ζουν. Και μαζί δυο πουτάνες δεν στήνουν στέγη γερή και θεμέλια στέρεα. Δυο τέτοια θηλυκά ποτέ δεν πάνε πακέτο. Το πορνείο μου όμως, εγώ θα το κρατάω ανοιχτό και ας έχω χρέος παντού. Το πορνείο της καρδιάς και του μυαλού μου είναι επίσης δικά μου. Εγώ τα έκανα. Εγώ τα φροντίζω.
 Και δεν το'χω σε τίποτα.
Τι δεν έχω σε τίποτα; Έλα πιο κοντά να σου πω, όπως λέει και ένας φίλος, αυτά τα λέμε μονάχα σιγανά. Να μην μας πάρουν χαμπάρι.
Ωραία, πλησίασες αρκετά την καρδιά σου στην δική μου. Τώρα μπορώ να στο πω ψιθυριστά και εσύ θα το ακούσεις.
 Φίλε μου, δεν το'χω σε τίποτα. Το πορνείο μου το καίω όποτε θέλω οποιαδήποτε στιγμή κι αν το θελήσω.
Εσύ μου το 'μαθες αυτό.
Ευχαριστώ...
κοιμήσου....

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Να σου πω!

Να σου πω εγώ για τον έρωτα.
Να κοιμάσαι στο πλάι μου και εγώ να γράφω. Να απαρνιέμαι την αγκαλιά σου για να γεμίσω άλλη μία γραμμή,άλλη μία παράγραφο,άλλη μία σελίδα για 'σενα.
Να μιλάς και εγώ να παρατηρώ το στόμα σου. Τους μορφασμούς σου. Τη λάμψη των ματιών σου.
Να περπατάς και να χαζεύω το κορμί σου.
Να κρυφοκοιτάζω από την πόρτα του μπάνιου που δεν κλείνει καλά όταν κάνεις ντουζ.
Να τρέχω να σε προϋπαντήσω όταν ακούω τα κλειδιά σου στην πόρτα.
Να βολεύομαι άβολα στην αγκαλιά σου και να κρύβω το πρόσωπο μου στο κοίλωμα του λαιμού σου.
Έτσι, γιατί διώχνεις μακρυά τα τέρατα που με κυνηγούν από μικρή.
Έτσι, γιατί θέλω να πνίγομαι με το άρωμα σου και τα πνευμόνια μου να γεμίζουν Εσύ.
Να σου πω...
Γιατί θες να σου πω απόψε;
Να σου πω γιατί γράφω;
Αυτή είναι δύσκολη ερώτηση μωρό μου.
Γράφω...
Για να μην τρελαθώ.
Για να μπορώ να κοιμάμαι τις νύχτες.
Για να μπορώ να αναπνέω χωρίς να πνίγομαι.
Για να μπορώ να κοιτάζω τον ήλιο κατάματα και να μην πονούν τα μάτια μου.
Γράφω...
Γράφω γιατί με σπρώχνει μια εσωτερική μανία να γράψω. Μια θύελλα που διαλύει τα πάντα μέσα μου και με πονάει. Με πονάει και εδώ
και εδώ
και εκεί
ναι,και εκεί.
Παντού.
Έχω κενά να κλείσω, απώλειες να ξεχάσω.
Βιάζομαι.
Γράφω πολύ για να μπορώ να σ'αγαπάω όπως σου πρέπει.
Γιατί αλλιώς...
Αλλιώς δεν θα ήμουν εδώ. Έχω ένα όνειρο να κυνηγήσω και μια γυναίκα να ερωτευτώ. Δεν προλαβαίνω μα πρέπει να γράψω. Αλλιώς, δεν ξέρω πως θα σ'αγαπώ αύριο. Δεν ξέρω πως θα σε κοιτάω στα μάτια.
Εσένα, τη μάνα μου, τους φίλους μου, εμένα..εσένα.
Με παρασέρνει το γράψιμο στο ρυθμό του και πάλι. Ξέρω ότι είσαι δίπλα μου και θέλω να σε αγγίξω. Να απλώσω για λίγο τα χέρια μου πάνω σου σε ένα χάδι. Δεν μπορώ.
Δεν μπορώ να σταματήσω να γράφω.
Θέλω να καπνίσω..πρέπει να στρίψω ένα τσιγάρο. Αυτό θα μπορέσω να το κάνω. Μα αν πάω να σε αγγίξω τα χέρια μου θα κολλήσουν πάλι στο πληκτρολόγιο, στην πένα, στο μολύβι, στο στυλό.
Γιατί εσύ μονάχα, σταματάς το γράψιμο.
Να σου πω, αυτό είναι έρωτας. Να με παρακινείς να γράψω και να μην μ'αφήνεις να χαθώ σε αυτό.
Αυτό είναι ο έρωτας. Το τσιγάρο που θα καπνίσω τώρα ενώ γράφω για σενα. Αυτό είναι ο έρωτας. Ο ένας, ο μοναδικός, ο τεράστιος έρωτας.
Να σου πω...
Τι θες να σου πω?
Να σου πω για όταν ήμουν παιδί και δεν ήσουν εδώ; Δεν γίνεται. Θα τρομάξεις. Ήμουν πολύ χαρούμενο παιδί. Φοβητσιάρικο αλλά χαρούμενο. Δεν θα με αναγνώριζες σε εκείνο το παιδί. Αλήθεια σου λέω, να μ ακους.
Να σου πω...
Τι θες να σου πω?
Να σου πω για τον πατέρα μου; Δεν γίνεται. Θα τρομάξεις αν με δεις λυπημένη. Θα τρομάξεις αν με πάρουν τα δάκρυα στο δικό τους κόσμο. Δεν μπορώ να σου πω για εκείνον. Έφυγε και δεν μπορείς να τον αναγνωρίσεις πουθενά. Δεν ξέρω αν μπορείς να τον δεις σε εμένα ή στα αδέρφια μου, δεν ξέρω που μπορείς να τον δεις. Δεν γίνεται.
Να σου πω...
Τι θες να σου πω?
Τι μπορώ να σου πω;
Μπορώ να σου πω για τον έρωτα... Για το πως χάνομαι στα μάτια σου και το πόσο ευτυχισμένη με κάνουν να νιώθω. Το πόσο χαρούμενος ηχεί στα αυτιά μου ο ήχος της φωνής σου.
Και μπορώ να σου πω γιατί γράφω.
Ξέρω, αυτά στα έχω πει ήδη. Τα έχεις ακούσει. Κι όμως, από όσα έχεις ακούσει είναι τα δύο πράγματα που καταλαβαίνεις λιγότερα.
Αυτό είναι έρωτας.
Να ξες και να μην με ξες. Ταυτόχρονα.
Να σου πω...
Σ'αγαπάω.

Στη Ζ.
...............πάντα!